άσχημος


άσχημος
και άσκημος, -η, -ο (AM ἄσχημος, -ον)
Ι. αυτός που δεν έχει ωραία εμφάνιση, δύσμορφος
μσν.- νεοελλ.
1. δυσάρεστος, δυσμενής («άσχημα μαντάτα»)
2. (για λόγια) προσβλητικός, υβριστικός
3. (για παράπτωμα) σοβαρός
νεοελλ.
1. φοβερός, οικτρός
2. κακός, εσφαλμένος («άσχημος καιρός»)
3. (για ρούχα) παλιός, φθαρμένος
4. ο κακής ποιότητας («άσχημο κρασί»)
II. επίρρ. άσχημα και άσκημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. άσχημος προήλθε από το ουδ. άσχημον του επιθ. ασχήμων* της αρχαίας και κατά συνέπεια είναι μτγν. αυτού. (Πρωτομαρτυρείται στα μέσα του 1ου π.χ. αι. από τον φιλόσοφο Φιλόδημο). Η λ., σύμφωνα με την προέλευσή της (< ασχήμων), σήμαινε αρχικά «αυτόν που δεν έχει σχήμα», έπειτα «αυτόν που δεν έχει κανονικό (επομένως και ωραίο) σχήμα», για να καταλήξει έτσι να δηλώνει «εκείνον που δεν έχει ωραία εμφάνιση», απ' όπου στη νέα Ελληνική διευρύνθηκε και προσέλαβε τις γνωστές σημασίες («φοβερός, κακός, παλιός» κ.ά.). Τόσο στην Ελληνική όσο και σε άλλες IE. γλώσσες οι λ. για τον «άσχημο», όπως και οι μορφολογικά και σημασιολογικά αντίθετές του για τον «όμορφο» σχηματίζονται συνήθως με βάση τις λ. σχήμα και μορφή και προθήματα που προσδίδουν αντιστοίχως αρνητική ή θετική έννοια. Πρβλ. ά-μορφος, δύσ-μορφος και νεοελλ. κακό-μορφος σε αντίθεση προς το εύ- μορφος (απ' όπου το νεοελλ. ό-μορφος), δυσ-ειδής με αντίθ. ευ-ειδής, καθώς και το αντίθ. του ά-σχημος, α-σχήμων, εύ-σχημος, ευ-σχήμων, με την πρώτη του σημασία «αυτός που έχει ωραίο σχήμα». Επίσης λατ. dēfōrmis (> ιταλ. deforme) < dē- στερ. + fōrma «μορφή», με αντίθ. formōsus «όμορφος» και λιθ. ne-gražus με αντίθ. gražus «όμορφος».
ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. ασχημία, ασχημίζω
νεοελλ.
ασκημάδα, ασκημάδι, ασκημαίνω, ασκημούλης.
ΣΥΝΘ. νεοελλ. ασχημάνθρωπος, ασκημάντρας, ασκημόθωρος, ασκημολόγος, ασχημομούρης].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄσχημος — masc/fem nom sg ἀσχήμων misshapen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άσχημος — [асхимос] επ плохой …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άσχημος — η, ο βλ. άσκημος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀσχημοτάτων — ἄσχημος fem gen superl pl ἄσχημος masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχήμως — ἄσχημος adverbial ἄσχημος masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄσχημον — ἄσχημος masc/fem acc sg ἄσχημος neut nom/voc/acc sg ἀσχήμων misshapen masc/fem voc sg ἀσχήμων misshapen neut nom/voc/acc sg ἀσχήμων misshapen masc/fem acc sg ἀσχήμων misshapen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχήμου — ἄσχημος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχήμους — ἄσχημος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχήμων — ἄσχημος masc/fem/neut gen pl ἀσχήμων misshapen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχήμῳ — ἄσχημος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.